ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΧΑΛΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

ΣYΓΓΡΑΦΕΑΣ - ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ
Αρχική Φιλιατρά News
Η ανέκδοτη επιστολή προς τον Γεράσιμο Μαρκορά του Κώστα Κρυστάλλη
PDF Εκτύπωση E-mail

Σταθούλα ΜαρκοράΜια ανέκδοτη επιστολή του Κώστα Κρυστάλη προς τον Γεράσιμο Μαρκορά μας απέστειλε ο δικός μας άνθρωπος ο Φιλιατρινός δημοσιογράφος και συγγραφέας Γρηγόρης Χαλιακόπουλος.

Την επιστολή χορήγησε στον δικό μας Γρηγόρη η Σταθούλα Μαρκορά δισέγγονη του Μαρκορά (Διπλανή φωτό)

Η επιστολή βγαίνει για πρώτη φορά στην δημοσιότητα και αποκλειστικά μέσα από το Φιλιατρά News

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ

ΣΤΟ ΦΩΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ 119 ΧΡΟΝΙΑ!

ΕΝΑ ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΦΗΓΗΜΑ ΜΕ ΤΗ ΜΟΡΦΗ ΑΝΕΚΔΟΤΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ

11 ΜΗΝΕΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙ

Του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου

Συγγραφέα ...............

Ήταν μαθητής στη Ζωσιμαία Σχολή Ιωαννίνων ακόμα, όταν έγραψε το πατριωτικό ποίημα «Αι σκιαί του Άδου» που οι Τούρκοι το βρήκαν προκλητικά τολμηρό. Γεννημένος στο Συρράκο της Ηπείρου το 1868, έζησε μια πολυκύμαντη ζωή βουτηγμένη στη νοσταλγία και την ομορφιά της υπαίθρου. Κι όταν οι Οθωμανοί ενοχλημένοι απ τους στίχους του, που εναντιώνονταν στην εξουσία τους, τον κατεδίωξαν για να τον συλλάβουν και να τον εξορίσουν στο Χαλέπι, αυτός κατόρθωσε με χίλια βάσανα το Δεκέμβριο του 1888 να φθάσει στην Αθήνα για να σωθεί. Εκεί όμως, ούτε ένας δεν ενδιαφέρθηκε για τον παθιασμένο πατριώτη και αγνό ποιητή. Αρχικά όλοι τον κορόιδευαν καθώς τον θεωρούσαν γραφικό λόγω της εμφάνισής του. Ο Περάνθης αναφέρει χαρακτηριστικά: «Το βλάχικο κανελί του πανωφόρι με το βελούδινο γιακά, ο βλάχικος τορβάς του, η αγκλίτσα και το έντονο ηπειρώτικό του ιδίωμα προκαλούσαν τον περίγελω των Αθηναίων». Όμως αυτός πίστευε στον εαυτό του και θεωρούσε πως ήταν ήδη μεγάλος ποιητής. Απροστάτευτος και μόνος, αναγκάστηκε να δουλέψει σκληρά για να επιβιώσει.

Γεράσιμος ΜαρκοράςΕίχε όμως συνηθίσει τον καθαρό αέρα και τις μυρωδιές των βουνών, γι αυτό και η ανθυγιεινή ενασχόληση που του βρήκε τελικά ο συμπατριώτης του Σπύρος Λάμπρου στο υπόγειο τυπογραφείο της οδού Οφθαλμιατρείου 3, [σημερινή Χρήστου Λαδά 7] αλλά και οι άλλες χειρονακτικές δουλειές που έκανε, τον ταλαιπωρούσαν αφάνταστα. Το πρώτο σύμπτωμα στην κλονισμένη υγεία του ήταν η θλίψη. Η νοσταλγία της σκλαβωμένης του πατρίδας τον κατέτρωγε και η άθλια καθημερινότητα που βίωνε τον αρρώστησε. Κακότρωγε, κοιμόταν ελάχιστα και επόμενο ήταν η εξάντληση να τον οδηγήσει στη φυματίωση. Ακόμα όμως και τότε, τις ελάχιστες ώρες ξεκούρασης που διέθετε τις αφιέρωνε στο διάβασμα και τη μόρφωσή του. Παράλληλα έγραφε ακατάπαυστα στίχους για ότι ποθούσε και είχε χάσει. Πρωτιά στη φαντασία του είχαν τα ρυάκια, οι κάμποι, ο ήχος της φλογέρας και κάθε τι που παρέπεμπε στην αγροτική και βουνίσια ζωή.

Κατόρθωσε κάποια μέρα να απαλλαγεί απ την εργασία που τον καταπονούσε και ασχολήθηκε ως συντάκτης στο εγκυκλοπαιδικό λεξικό του Μπαρτ και Χιρστ. Λίγο αργότερα βρέθηκε γραμματέας της σύνταξης του περιοδικού «Εστία», κατόπιν υπάλληλος του περιοδικού «Εβδομάς» όπου άρχισε να δημοσιεύει τη μελέτη του «Οι Βλάχοι της Πίνδου» για να καταλήξει υπάλληλος στην Εταιρεία Σιδηρόδρομων Αθηνών- Πειραιώς, απ όπου απολύθηκε σύντομα. Η τύχη του τον βοήθησε όταν κέρδισε 2.500 δρχ. στο Λαχείο Αρχαιοτήτων και μ αυτά τα χρήματα πήγε στην Κέρκυρα για να αναρρώσει από την αρρώστια που τον είχε καταρρακώσει. Έφυγε όμως κι από εκεί σύντομα για να καταλήξει στην Άρτα, στο σπίτι της αδελφής του Μαρίας Βασιώτη, όπου ενάμιση μήνα μετά, στις 22 Απριλίου 1894, πέθανε σε ηλικία 26 χρονών. Το ταξίδι που ξεκίνησε, για να φθάσει στα βουνά του χωριού του, τον άφησε μεσοστρατίς κι έφυγε με το παράπονο που δεν αντίκρισε το Συρράκο. Θαρρείς και είχε προφητέψει το τέλος του, τραγούδησε στο «Σταυραετό» του: Για χαμηλώσου, σταυραετέ και πάρε με / πάρε με πάνω στα βουνά, τι θα με φάει ο κάμπος /.

Πολλοί χαρακτήρισαν τον Κρυστάλλη ως τον ποιητή του «βουνού και της στάνης». Αυτό όμως τον αδικεί ως δημιουργό, γιατί το έργο του είναι πολύ βαθύτερο απ τη νοσταλγία των βουνών και τους ήχους της φλογέρας. Απ την παιδική του ηλικία μέχρι και το φευγιό του, η ζωή του κάθε άλλο παρά ρόδινη ήταν. Η μητέρα του Γιαννούλα, το γένος Ψαλίδα, είχε την κατάρα της φυματίωσης και τον άφησε ορφανό σε ηλικία δώδεκα χρονών. Αυτός ο χαμός τον επηρέασε πολύ, γι αυτό και πότε δεν αποδέχθηκε τη μητριά του. Από μικρός μέχρι που μεγάλωσε, ήταν ισχνός και καχεκτικός, μα λάτρευε με πάθος την ιστορία και την ποίηση ενώ αγαπημένη του ενασχόληση ήταν να σχεδιάζει στα τετράδιά του σκίτσα ηρώων της εθνεγερσίας.

Κατέγραφε διηγήσεις αγωνιστών και ηρωικά συμβάντα και μελετούσε παλιά ιστορικά βιβλία που ανακάλυπτε στα μοναστήρια των χωριών της Πίνδου. Ακόμα και το στιχοπλόκημά του «Αι σκιαί του Άδου» γραμμένο σε υπερκαθαρευουσιάνικη γλώσσα, διακρίνεται για το πλούσιο ιστορικό του υλικό, δείγμα γραφής των σπουδαίων γνώσεων που διέθετε ο ποιητής από την εφηβική του ηλικία. Αν ζούσε περισσότερο, ίσως να είχε καταταγεί σε ακόμα υψηλότερο σκαλί στα νεοελληνικά γράμματα, καθότι θα καθιστούσε λιγότερο ασαφή τη θέση του απέναντι στην ούτως ή άλλως αυστηρότητα εκείνων που τον έκριναν. Ίσως κάποιοι και να τον υπερτίμησαν, λόγω του ότι η δεκαετία 1880- 1890 θεωρήθηκε ως υπεύθυνη για τη στροφή προς το δημοτικό τραγούδι, η πλειονότης όμως των κριτικών τον εξετίμησε ιδιαίτερα. Η ανθολόγησή του σε έργα ξένων κριτικών, η εμφάνιση της Νέας Αθηναϊκής Σχολής και η παρουσία του Πολίτη, έφεραν τότε μια νέα εποχή στο προσκήνιο, μια αναγέννηση για τους ποιητές που ονειρεύονταν ανατροπές. Η πεισιθανάτια τάση της ρομαντικής σχολής είχε ήδη χρεοκοπήσει. Γι αυτό και ο Κρυστάλλης εγκαταλείπει την καθαρεύουσα με την οποία ξεκίνησε, για να περάσει οριστικά στην αγκαλιά της δημοτικής, «της γνήσιας γλώσσας του λαού», όπως την αποκαλούσε. Η φυσιολατρία, ο αγροτικός βίος, ο πατριωτισμός, ο βουκολισμός, όλα αυτά επενδεδυμένα με μια μοναδική μέχρι τότε μουσική ποιότητα, διέσωσαν τις μνήμες και επούλωσαν τις παιδικές πληγές του Κρυστάλλη που τόσο είχε ανάγκη, με έναν λαϊκό δεκαπεντασύλλαβο υψηλών προδιαγραφών. Με εμπειρία άψογης τεχνικής και την αρμονία να κυριαρχεί, η προσπάθεια του ποιητή παίρνει διαστάσεις πολύ μεγαλύτερες απ όσες του αναλογούν, αν συνυπολογίσει κανείς και τις πνευματικές και κοινωνικές συνθήκες που συνέγραψε τα έργα του.

Το σύνολο της ποιητικής και πεζογραφικής του προσφοράς ολοκληρώθηκε μέσα σε μια πενταετία και με την υγεία του κλονισμένη σε σημείο να μην μπορεί να σταθεί στα πόδια του. Με τον πυρετό να τον ψήνει, έγραψε το 1891 τα «Αγροτικά» του, μια συλλογή ποιημάτων πέντε χρόνια μετά το πρώτο «Σκιαί του Άδου. Ήταν περήφανος γραφιάς και αυτό διαφαίνεται και από το εξής περιστατικό. Όταν υπέβαλε στο Φιλαδέλφειο Διαγωνισμό τα «Αγροτικά», του απενεμήθη ο Πρώτος Θερμότατος Έπαινος τον όποιο όμως δεν αποδέχθηκε. Η Επιτροπή βράβευσε «Τα μάτια της ψυχής μου» του Παλαμά και τα «Ερείπια» του Πολέμη, και αυτό το θεώρησε ο Κρυστάλλης ως μεγάλη αδικία. Μετά από αυτό το γεγονός και συγκεκριμένα το 1894, ο Παλαμάς υπήρξε ιδιαίτερα δηκτικός απέναντί του, γράφοντας πως «ο Κρυστάλλης αρπάζει τους στίχους του απ τα δημοτικά τραγούδια», κάτι που αντέκρουσε ο Μητσάκης επαινώντας τον σε μεγάλο βαθμό.

Το μαστίγωμα όμως των κριτικών που μεροληπτούσαν, το υφίσταται και πάλι στον ίδιο διαγωνισμό, με το επόμενο έργο του «Τραγουδιστής του χωριού και της στάνης», ένα αριστούργημα πλαστικής τελειότητας. Αντίπαλός του είναι ο Στρατήγης, με το «Έρως και Ψυχή», έργο όχι ιδιαίτερα δυνατό. Ο εισηγητής Άγγελος Βλάχος βραβεύει το «Έρως και Ψυχή» και ο Κρυστάλλης ξαναπαίρνει έπαινο εξ αιτίας της δημοτικής που, κατά την Επιτροπή βεβήλωνε τις αρχές και παραδόσεις. Η απόφαση προκαλεί αγανάκτηση και ο κόσμος διαμαρτύρεται. Ο Κρυστάλλης αποκτά ακόμα μεγαλύτερες συμπάθειες στο κοινό που αποκηρύσσει την αρχαιολαγνεία. Η τότε «Ακρόπολις» με το Βλάσση Γαβριηλίδη, το κάνει θέμα: «Απλώς τραγουδιστής ο Κώστας Κρυστάλλης χωρίς αξιώσεις ποιητού, ιερέως, σοφού, καλλιτέχνου.... Αλλά ο κύριος Άγγελος Βλάχος βραβεύει αποπείρας νεκραναστάσεως... Ο Κρυστάλλης απολίτιστος! Εμείς νομίζομεν αυτόν Έλληνα, βαρβάρους δε τους κριτάς του..».

Πολλά τα έργα που μας άφησε ο ποιητής της νοσταλγίας, της ιστορίας και του βουνού. Με γυμνασιακές γνώσεις μόνο, κατόρθωσε να γίνει αρχηγός μια μικρής αναγέννησης στη νεοελληνική ποίηση. Υπήρχαν πολλοί που τον κατέκριναν για το είδος ενασχόλησής του, όπως ο εμπαθής Γ. Αποστολάκης που τον κατέγραψε ως «λαθρέμπορο του δημοτικού τραγουδιού». Δίπλα του όμως στάθηκαν κορυφαίοι δημιουργοί. οι οποίοι επαίνεσαν το έργο του και τον αντάμειψαν με τη φιλία τους και την εμπιστοσύνη τους. Ως πεζογράφος μας άφησε αρκετές ηθογραφίες που αντικατοπτρίζουν τη βαθειά γνώση των ηθών και των εθίμων της Ηπείρου. Άλλα σπουδαία έργα του είναι «Ο καλόγηρος της Κλεισούρας του Μεσολογγίου» τα «πεζογραφήματα» ενώ από τα διηγήματά του ξεχωρίζουν «Η Εικόνα» όπου περιγράφει την αδελφική συμβίωση Βλάχων και Ρωμιών, αντιμαχόμενος τη ρουμανική προπαγάνδα. Μετά θάνατον, κυκλοφορήσαν τα «Άπαντα Κρυστάλλη» από τις εκδόσεις του Κολάρου και επιμέλεια Περάνθη.

Ιδιαίτερη επίσης φιλία τον συνέδεε με το Γεράσιμο Μαρκορά, η οποία διευρύνθηκε κατά τη νοσηλεία του στην Κέρκυρα το 1894. Υπήρχε μια σχέση δασκάλου και μαθητή. Η ανέκδοτη επιστολή του, που δημοσιεύουμε σήμερα 117 χρόνια μετά τη σύνταξή της, αποτυπώνει το σεβασμό και την αγάπη του νεότερου δημιουργού προς το γεροντότερο. Ανήκει στο αρχείο της δισέγγονης του επτανήσιου ποιητή, Ευσταθίας Μαρκορά, και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα γραφής του Κώστα Κρυστάλλη. Μια επιστολή που με «λογοτεχνική ασφάλεια» μπορούμε να συμπεριλάβουμε στα ηθογραφικά του αφηγήματα.

Αθήναι, 4 Μαρτίου 1893

Σεβαστέ μου κ. Μαρκορά

Μια φορά καλοκαιρινήν εποχή, ταξίδευα πεζός στα βουνά της Ηπείρου μας. Έτυχε να με βρει το μεσημεριανό κάμα τ΄ Αυγούστου ανάμεσα σε κάτι πλαγινά πετροβούνια όπου ξάναφταν οι πλάκες και οι κατάγυμνοι βράχοι από το λιοπύρι και μ΄ έπνιγαν με τη φοβερή ζάρα τους την μισοκαμμένην από το δρόμο μου αναπνογιά. ΄Ετρεχα έτρεχα σαν το βουρλό πρόβατο μέσα στην ξεραΐλα εκείνη, σκασμένος και πλανταγμένος για δροσιά και γι ανάσαση.

Αλλ ούτε ομπρός μου εύρισκα ούτε γύρω μου έβλεπα πουθενά νερό τρεχούμενο ή ίσκιον. ΄Οταν ξάφνου, μεσ΄ από μια κορφή ψηλή, μου ξεφυτρώνει ένας γέρος έλατος, όπου με προκαλούσε με τον πλατύν ίσκιο που άπλωνε ολόγυρά του.

Αλαφιασμένος φτάνω ως την κορυφή κ΄ εκεί στον ίσκιο του γερέλατου βρίσκω και το ποθούμενο το κρυόνερο. Τη νεκρανάστασή μου εκείνη δε θα να την ξεχάσω ποτέ.

Και σήμερα την ενθυμήθηκα τόσο ζωηρά, διαβάζοντας ξάφνου το γεροντικό και ανεκτίμητο για εμένα ευγενικό γράμμα σας. Μέσα στο πνιγερό λιοβόρι, που χέουν ολόγυρα οι αραθυμιές και τα μαλώματα των λογίων μας, στον ίσκιο του χεριού σας και στη γλυκόβρυση τ΄ αχειλιού σας νεκρανασταίνουμε εγώ.

Ε, και να ξέρατε, αγαπητέ και καλοσέβαστε ποιητά, πόσες χιλιάδες βολές μου ενανούρισαν και μου εχάιδεψαν την ψυχή οι γλυκύτατοι και μαλακοί σαν μητρικό χέρι στίχοι σας, οπού στολίζουν την φτωχική μου βιβλιοθήκη μες΄ από τες πρώτες ημέρες που φάνηκαν στα βιβλιοπωλεία των Αθηνών, πόσες βολές μου ανύψωσαν το πνεύμα στα λαμπρά αιθέρια μέρη που μονάχα οι ποιηταί βλέπουν με τα σύνθετα μάτια, πόσες βολές μ΄ εθέρμαναν οι πατριωτικές σας στροφές και πόσες βολές πάλι μου ανέβασαν το δάκρυο στα ματόκλαδα «η άνοιξη και το παλληκάρι της Ηπείρου» με τον «ετοιμοθάνατο Σουλιώτη» τα δύο έξοχα εκείνα για μένα από τ΄ αριστουργήματά σας, οπ ΄οίος τα διάβαζε κι ο φίλος μου κ. Καζαντζής θα να σας έσφιγγε το χέρι θερμότερα ακόμα κι από εμένα.

Τα «Ποιητικά έργα» σας, με την ιδιόχειρη αφιέρωσή σας τώρα, είναι για εμένα πολυτιμότατο απόκτημα. Σας έστειλα και τα «Αγροτικά» μου, τα πρώτα δηλαδή, τα δειλά, τ΄ αδύνατα ακόμα τραγούδια μου.

Εις την πατρίδα μου οι νέοι, ανταμωνούμενοι πρώτη φορά με γεροντότερους, τους φιλούν το χέρι. Επιτρέψατέ με, σας παρακαλώ, με τ΄ ωραίο τούτο της πατρίδας μου έθιμο να σας χαιρετήσω κ΄ εγώ.

Κώστας Κρυστάλλης